You are here

ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΟΝΤΙΤΙΔΑ

Η οστεοπόρωση είναι μία εκφυλιστική νόσος των οστών και χαρακτηρίζεται από μείωση της οστικής μάζας, αλλοίωση της μικροαρχιτεκτονικής του οστίτη ιστού και ευπάθειας ακόμη και σε αυτόματα κατάγματα. Περίπου 30-50% των γυναικών και 15-30% των ανδρών θα υποστούν κάποιο οστεοπορωτικό κάταγμα στη διάρκεια της ζωής τους. Η  επίπτωση της νόσου αυξάνεται σταθερά και τα επόμενα χρόνια ο αριθμός των οστεοπορωτικών καταγμάτων αναμένεται να διπλασιαστεί. Η οστική απώλεια εξελίσσεται ραγδαία στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση καθώς τα επίπεδα των οιστρογόνων ελαττώνονται. Αν και ο ρυθμός της οστικής απώλειας διαφέρει μεταξύ των πληθυσμών και των μεθόδων εκτίμησης, κάποιες μελέτες αναφέρουν μία βαθμιαία μείωση της μετεμμηνοπαυσιακής οστικής μάζας κατά 0,5-1,0% το χρόνο.

Γνωστοί παράγοντες κινδύνου για τη νόσο θεωρούνται το κάπνισμα, το χαμηλό σωματικό βάρος, η ηλικία, γενετικοί, ορμονικοί και διατροφικοί παράγοντες, ο υπερθυρεοειδισμός, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η λήψη αντιπηκτικών, κορτικοειδών και χημειοθεραπευτικών φαρμάκων.

Οι ερευνητές έχουν επικεντρωθεί πρόσφατα στη συσχέτιση μεταξύ οστεοπόρωσης και χρόνιας περιοδοντίτιδας. Κοινό χαρακτηριστικό των δύο νοσημάτων είναι η απώλεια του οστού. Η υγεία των περιοδοντικών ιστών εξαρτάται από την ισορροπία μεταξύ των μικροβίων και του ανοσολογικού συστήματος. Στην περιοδοντίτιδα, οι μικροβιακές τοξίνες διεισδύουν στο συνδετικό ιστό των ούλων προκαλώντας την ανοσολογική απόκριση του ξενιστή η οποία προκαλεί διαφορετικού βαθμού οστική καταστροφή. Η ανεπάρκεια οιστρογόνων στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είναι η κύρια αιτία της οστεοπορωσης που θα μπορούσε να συμβάλλει και στην περιοδοντική νόσο η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένη καταστροφή φατνιακού οστού και απώλεια δοντιών. Είναι βιολογικά πιθανό ότι μέρος της περιοδοντικής καταστροφής επηρεάζεται από τη γενικευμένη οστική απώλεια.

Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης εφαρμόζεται συχνά στην πρόληψη της οστικής απώλειας καθώς και των άλλων σημείων και συμπτωμάτων στις οστεοπορωτικές γυναίκες. Ο κίνδυνος απώλειας των δοντιών βρέθηκε χαμηλότερος σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που τελούσαν υπό ορμονοθεραπεία με λήψη παραθορμόνης, ενώ αντίθετα σε γυναίκες που δεν έκαναν ορμονοθεραπεία, ένα χρόνο μετά την εμηνόπαυση παρατηρήθηκε απώλεια της οστικής πυκνότητας. Επίσης η χορήγηση οιστρογόνων συσχετίζεται με μειωμένη φλεγμονή των περιοδοντικών ιστών και περιοδοντική καταστροφή. Επιπλέον, οι γυναίκες που υποβλήθηκαν στη θεραπεία παρουσίασαν θετική επίδραση στην οστική μάζα της κάτω γνάθου και της οσφυϊκής σπονδυλικής στήλης.

Συμπερασματικά, τα ερευνητικά δεδομένα δε συνδέουν άμεσα την οστική μάζα του φατνιακού οστού με την οστεοπόρωση, αν και τα αποτελέσματα αρκετών μελετών υποδεικνύουν ότι η χαμηλή συστηματική οστική μάζα στις γυναίκες με ανεπάρκεια οιστρογόνων πιθανόν επηρεάζει την οστική πυκνότητα του φατνιακού οστού. Επιπλέον, η θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες φαίνεται να επηρεάζει θετικά τις γνάθους, υποδηλώνοντας ότι το φατνιακό οστό μπορεί να είναι επιρρεπές στην οστεοπόρωση.